ΠΡΟΜΑΧΩΝΑΣ

Ο Προμαχώνας, είναι ένα μικρό χωριό 150 περίπου κατοίκων. Βρίσκεται δίπλα σχεδόν στα σύνορα με τη Βουλγαρία, όπου λειτουργεί και το ομώνυμο τελωνείο.

Για ιστορικούς και συμβολικούς λόγους, ο Προμαχώνας επιλέχθηκε από τα ιδρυτικά μέλη της ΣΤΕΝΩΠΟΥ ως έδρα του Σωματείου. Στην (πρώην) Κοινότητα Προμαχώνα ανήκε προπολεμικά ο εγκαταλειμμένος οικισμός του Κλειδιού (Ρούπελ), στα διοικητικά του όρια βρίσκονται τα οχυρά Ρούπελ και Τρεις Βρύσες, ενώ το χωριό δέχτηκε το κύριο κύμα της γερμανικής επίθεσης στις 6/4/1941.

Από τα δυτικά του χωριού εισέρχεται στην Ελλάδα ο ποταμός Στρυμόνας, μέσα στον οποίον εκβάλλει ο παραπόταμος του Μπίστριτσα, που περνάει βόρεια του Προμαχώνα και αποτελεί φυσικό σύνορο με την γειτονική Βουλγαρία.

Ιστορική αναδρομή

Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες για την ιστορία του Προμαχώνα, πριν από την Απελευθέρωση του 1913 και την ενσωμάτωση στην Ελλάδα. Η ονομασία του χωριού επί τουρκοκρατίας ήταν Δραγοτίν, από τον Δραγώτα που στα χρόνια του βυζαντίου ήταν ηγεμόνας της περιοχής και είχε την έδρα του στον σημερινό Προμαχώνα.

Ο μικρός οικισμός, αποκτάει ζωή μετά το 1923 και την έλευση προσφύγων από την περιοχή του Πόντου. Το 1927 το Δραγοτίν μετονομάζεται σε Προμαχώνα και αποτελεί Κοινότητα, μαζί με τους μικρούς οικισμούς, Καπνότοπο (Ραϊκόφτσα) και Κλειδί (Ρούπελ). Το 1928 η Κοινότητα Προμαχώνα, αριθμούσε 463 κατοίκους.

Ο πληθυσμός αυξήθηκε κατακόρυφα, παραμονές του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, λόγω της έντονης στρατιωτικής παρουσίας, αγγίζοντας τους 1.528 κατοίκους (1940)

Λίγο πριν τη γερμανική επίθεση στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941,  ο Προμαχώνας και οι δύο οικισμοί του, εκκενώθηκαν από τον πληθυσμό τους. Τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου 1941, οι λιγοστοί φρουροί του οχυρού Ρούπελ, έγραψαν νέες σελίδες δόξας και ηρωισμού, καθηλώνοντας τις σιδηρόφρακτες ναζιστικές ορδές.

Η παράδοση του οχυρού, σήμανε την απαρχή της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη τη γύρω περιοχή, που κράτησε έως το 1944. Οι οικισμοί του Κλειδιού και του Καπνότοπου, έσβησαν στη λαίλαπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του καταστροφικού εμφυλίου που ακολούθησε, αφού οι λιγοστοί κάτοικοί τους είτε εγκαταστάθηκαν στον Προμαχώνα, είτε σκόρπισαν στο Σιδηρόκαστρο, άλλα χωριά της βόρειας Ελλάδας, ακόμη και στο εξωτερικό.

Μετά την απελευθέρωση (1944) και τη λήξη του καταστροφικού εμφυλίου (1949), οι κάτοικοι επιστρέφουν στο χωριό και επανέρχονται οι κανονικοί ρυθμοί ζωής, με τον πληθυσμό να αγγίζει τους 245 κατοίκους και βασική ασχολία τους τη γεωργία και τη κτηνοτροφία.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Προμαχώνας παρέμεινε απομονωμένος από τον υπόλοιπο νομό Σερρών, λόγω χαρακτηρισμού του ως στρατιωτικής απαγορευμένης ζώνης. Μεταπολεμικά η μερική  αποκατάσταση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και η επαναλειτουργία του τελωνείου στα σύνορα, βελτιώνει την κατάσταση του μόνιμου πληθυσμού, που αυξάνεται σε 416 κατοίκους, στην απογραφή του 1961.

Οι δυσκολίες της μεταπολεμικής Ελλάδας, η πλήρης στρατικοποίηση της περιοχής των συνόρων είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή μεγάλου μέρους του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό. Η συρρίκνωση του πληθυσμού αποτυπώνεται στις επόμενες απογραφές.

Η εικόνα της παρακμής, αρχίζει να αντιστρέφεται μετά το 1990 και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Ν.Α Ευρώπης.  Το 2010 στο πλαίσιο του Σχεδίου Καλλικράτης, η Κοινότητα Προμαχώνα καταργήθηκε και ενσωματώθηκε στο Δήμο Σιντικής με έδρα το Σιδηρόκαστρο.

Σήμερα ο Προμαχώνας αποτελεί κομβικό σημείο εισόδου στην βαλκανική ενδοχώρα.